ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ

Με τα παιδιά του πολιτιστικού συλλόγου του προσφυγικού χωριού Λοφίσκος Θεσ/νίκης, με μια καλή παρέα, με τον καιρό σύμμαχο, χαράματα ξεκινήσαμε από την πλατεία του χωριού αναζητώντας κάτι από το μακρινό παρελθόν.
Οι χαμένες και αλησμόνητες πατρίδες των προγόνων μας ήταν ο στόχος. Θα τις ανακαλύπταμε, θα τις γνωρίζαμε και με ευλάβεια και σεβασμό θα χαιρετούσαμε τους τόπους που έζησαν, που έπαιξαν, που μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν αυτοί που μας έφεραν στη ζωή. Ο σκοπός συναρπαστικός και τα παιδιά του Λοφίσκου με επικεφαλής τον πρόεδρο του πολιτιστικού συλλόγου Ιωάννη Τσενέλη, ευαισθητοποιημένο προσφυγόπουλο φρόντισαν για όλα.
Ο οδηγός μας ένας εξαίρετος, καλός και πρόθυμος άνθρωπος ο κύριος Βασίλης Τσιγγερλιώτης ήταν έτοιμος να μας κάνει όλα τα χατίρια αρκεί να βοηθούσε σε αυτή την αναζήτηση.
Φτάσαμε στα σύνορα γύρω στις 10 και τα περάσαμε μετά από αρκετά επίμονους ελέγχους. Διαβαίνοντας το γαλοζοκόκκινο γεφύρι ένα μεγάλο «οσκελντίμ» πρόβαλε μπροστά μας. Καλώς ήλθατε μας έλεγαν οι γείτονες, φιλικοί, δουλικοί θα λέγαμε πως ήταν.
Σε απόσταση μόλις 30 χιλιομέτρων η Κεσάνη. Μια πόλη με πολύχρωμα σπίτια που από μακριά φάνταζαν οι μιναρέδες. Καθαρά ανατολίτικη. Την περάσαμε χωρίς στάση και κατηφορίσαμε προς την Καλλίπολη. Την βρήκαμε σε απόσταση 35 χιλιομέτρων.Gelibolu ονομάζεται σήμερα. Μερικά παμπάλαια ερειπωμένα σπίτια με μισοχαλασμένες στέγες, σκόρπια ανάμεσα στα καινούρια πολύχρωμα κιʼ αυτά δικά τους μας καλωσόρισαν. Η Καλλίπολη, καλή και ωραία πόλη μπροστά στην Προποντίδα, πόσο ταλαιπωρήθηκε η καημένη. Η θέα ενός ανδριάντα του Κεμάλ Ατατούρκ τράβηξε την προσοχή μας. Περιδιαβήκαμε τους δρόμους χαζεύοντας αχόρταγα τα διάσπαρτα Ελληνικά σπίτια Ποιος να τα θυμάται άραγε! Τα ξύλινα κεντίδια στα παράθυρα και στις μετώπες των σπιτιών πρόδιδαν την αρχοντιά τους, τα περασμένα μεγαλεία. Τα καραβάκια και οι βάρκες αραγμένες στο μικρό όμορφο λιμανάκι Καλλιπολίτες πόσο άραγε νοσταλγείτε αυτόν τον τόπο!
Επόμενος σταθμός η Μάδυτος, Eceabat όπως λέγεται σήμερα. Θαυμάσια η θέση της δεσπόζει στον Ελλήσποντο. Η παραλία γεμάτη μνημεία. Μνημεία για να θυμίζει σε όλους τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, τον αιματοβαμμένο, τον άθλιο αυτόν πόλεμο των χαρακωμάτων. Τα θύματα 500 περίπου χιλιάδες νέες ψυχές. Παιδιά 18 και 20 χρονών θαμμένα εκεί για πάντα. Ποια συμφέροντα άραγε εξυπηρετώντας, γιατί; Και η κωμόπολη εκεί ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο, στο Ελληνικό και στο Τούρκικο. Στο ταβερνάκι που καθίσαμε να φάμε, μέσω του κυρίου Τάκη, καλοσυνάτου συνταξιδιώτη πρώην Κωνσταντινοπολίτη που γνώριζε άπταιστα τα Τούρκικα ρωτήσαμε τον ταβερνιάρη έναν κοντόχοντρο μελαχρινό Τούρκο, που συνεχώς έφτιαχνε το μουστάκι του να μας δείξει αν και αυτός γνώριζε έναν αλευρόμυλο που χτίσανε εκεί κάποιοι πρόγονοι ανθρώπων της παρέας. Είχε κάτι μεγάλες πόρτες του είπαμε και αυτός αφού σκέφτηκε για λίγο απάντησε, τον δρόμο ντουγρού. Και όντως τον δρόμο ντουγρού και ο μύλος μπροστά μας. Η συγκίνηση απερίγραπτη, όμως το βαπόρι για το Τσανάκαλε μας περίμενε. Μια απόσταση 1500 μέτρων μας χώριζε. Ο Ελλήσποντος, πόσα έχουν γραφεί γιʼ αυτόν! Ο Φροίξος και η Έλλη, η αργοναυτική εκστρατεία, οι Πέρσες, ο Μέγας Αλέξανδρος και τόσα άλλα υμνούν τα στενά.
Ωραία πόλη το Τσανάκαλε, το βράδυ θα την γνωρίζαμε. Προς το παρόν η Τροία. Ένδοξη και πολυπόθητη Τροία. Πόσοι δεν ζήλεψαν τα πλούτη σου, τα κάλλη σου την χρυσαφένια ομορφιά σου. Τώρα κάποια μάρμαρα από τα ανάκτορα του Πρίαμου και της Εκάβης έχουν απομείνει. Ο Σλήμαν φρόντισε να γεμίσει όλα τα μουσεία με τους θησαυρούς σου. Μπροστά το ομοίωμα του δούρειου ίππου. Πολυμήχανε Οδυσσέα τι σκαρφίστηκες! Μας εξέπληξαν όλους οι γνώσεις που είχε ο κύριος Βασίλης και η προσπάθεια για μάθηση, ενός ανθρώπου που μόλις είχε πάει 2 χρόνια στο δημοτικό όπως μας είπε ο ίδιος. Το βράδυ στο Τσανάκαλε, βόλτα στην πόλη και λίγη ξεκούραση στο Ξενοδοχείο. Τη θέλαμε αλήθεια πολύ και το ξενοδοχείο ήταν έτοιμο να την προσφέρει σʼ ένα ζεστό ωραίο και φιλόξενο περιβάλλον. Όμως ο χρόνος περνάει και την άλλη μέρα επιστροφή. Πάλι το βαπόρι και πάλι στη Μάδυτο. Στο λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας, στον μύλο που ανακαλύψαμε την προηγούμενη μέρα. Όλοι κλάψαμε γιʼ αυτά που είχαμε και γιʼ αυτά που χάσαμε για πάντα.
Επόμενη στάση του λεωφορείου η Περίστασις. Όμορφη κωμόπολη κιʼ αυτή μπροστά στη θάλασσα. Στην παραλία μια επιτύμβιος πλάκα από τον τάφο ενός δεσπότη. Απομεινάρι κιʼ αυτό των παλιών καλών καιρών.
Ανηφορίσαμε για την Καστάμπολη, το Αράπχατζη και το Ιντζέκιοϊ μπροστά μας. Οι περισσότεροι της παρέας κατάγονταν από αυτό. Άλλοτε πλούσιο, γνωστό και νοικοκυρεμένο χωριό. Σήμερα ερείπια. Σωροί από μισογκρεμισμένα Ελληνικά σπίτια έχουν απομείνει. Οι σημερινοί κάτοικοι αγαθοί, φτωχοί αξιολύπητοι θα λέγαμε. Καλοσυνάτοι όμως και με πρόθεση να βοηθήσουν. Μήπως ήξεραν πολλά κιʼ αυτοί; Επισκεφθήκαμε το σπίτι του παπά, αυτό γνώριζαν οι Τούρκοι. Μας βοήθησε φυσικά ο κύριος Χρήστος, ακούραστος και τακτικός επισκέπτης του χωριού. Τιμητής της πατρίδας των προγόνων του. Όλοι από προσφυγικές ρίζες καταγόμενοι έκαναν κάθε δυνατή προσπάθεια να φωτογραφήσουν όσα περισσότερα μπορούσαν, το παλιό Ελληνικό σχολείο τους δρόμους και τις βρύσες. Στον τόπο των νεκροταφείων και της παλιάς εκκλησίας μια αποθήκη με ακρογωνιαίο λίθο ένα μάρμαρο από την πρώτη παλιά εκκλησία με χαραγμένο τον Σταυρό και το Ιησούς Χριστός. Χαιρετήσαμε τους Τούρκους που μας ευχήθηκαν «καλό ταξίδι» και να ξαναπεράσουμε από τα μέρη τους.
Το Σιμιτλί ο επόμενος σταθμός. Η μεγάλη πλατεία με τις γέρικες μουριές στο μέσον και λίγα παμπάλαια Ελληνικά σπίτια με κεντρικό σημείο το μισοερειπωμένο Ελληνικό καφενείο και τους Τούρκους που σηκώθηκαν από τα ξεφτισμένα παλιά καθίσματα για να μας τα προσφέρουν μας συγκίνησε όλους. Τους χαιρετήσαμε και πήραμε το δρόμο για την Ελλάδα. Την αγαπημένη μας τωρινή πατρίδα, την πατρίδα την δικιά μας. Αφήσαμε πίσω μας τις μακρινές και απρόσιτες πια πατρίδες των προγόνων μας. Πατρίδες της νοσταλγίας και της καρδιάς τους, φαντάσματα πια απομείνατε στη δίνη του χρόνου.
Καληνυχτίσαμε τα παιδιά του πολιτιστικού συλλόγου και όλη την παρέα με την ευχή να επαναλάβουμε το αντάμωμα και να μη λησμονήσουμε τις χαμένες πατρίδες.

Συνταξιδιώτης
Από Θρακικές ρίζες καταγόμενος
Φώτης Λούκος

 

Επιμέλεια Τσαλαμούρας Αθανάσιος